A la mémoire de… Yannis Caranicolas
Φωτογραφική έκθεση στη μνήμη του Γιάννη Καρανικόλα
Ο Γιάννης Καρανικόλας γεννήθηκε το 1947 και μεγάλωσε στο Μανταμάδο από γονείς αγρότες, τον Δημήτρη Καρανικόλα και την Ηλέκτρα Αρβανιτάκη (γνωστή ως "Λιλίκα"). Είχε επίσης και μια δίδυμη αδελφή, την Καλλιόπη. Ο πάτερας του έφτιαχνε σαμάρια όπως και όλη η οικογένεια του παππού του. Ο παππούς "Σαμαράς" και η θεία του η Σαπφώ, που ήταν δασκάλα, είχαν το χάρισμα να διηγούνται ιστορίες και καλλιέργησαν και πλούτισαν τη φαντασία του Γιάννη ως παιδί. Έτσι εξελίχθηκε η ευαισθησία του για τη λογοτεχνία και την κουλτούρα γενικώς. Το 1965, ξεκίνησε τις ανώτατες σπουδές του ως ηλεκτρολόγος μηχανολόγος στο Παρίσι οπού ζούσαν οι θείοι του. Από μικρός αγαπούσε το χορό και δούλευε τα βράδια ως χορευτής στη θρυλική ελληνική ταβέρνα "Όλυμπος" όπου συνέβαλε στη δημιουργία του συρτάκι.
Μετά τις σπουδές του, εργάστηκε ως μηχανικός σε γαλλική πολυεθνική ασφαλιστική εταιρεία. Το 1972 παντρεύτηκε την Annette και χώρισανε το 1982. Το 1987, πεθάνει ο πατέρας του και αποφασίζει να φύγει από το Παρίσι και να εγκατασταθεί στη Μυτιλήνη το 1989. Μετά από λίγα χρόνια, γύριζει στο Μανταμάδο και ασχολείται με την συγκομιδή και τη παραγωγή λαδιού. Είχε ένα πολύ χαρακτηριστικό στύλ, πάντα με γένια και το "ντροβά" (ταγάρι) και οι ντόπιοι το φώναζαν "ο παραδοσιακός". Εκφραζόταν με ευκολία και επιδεξιότητα στα ελληνικά, στα μανταμαδιότικα και στα γαλλικά που δεν ήταν καν η μητρική του γλώσσα.
Το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία αναπτύχθηκε από την επιστροφή του στην Ελλάδα. Τα φωτογραφικά του έργα ήταν πάνω σε ειδικά θέματα, βαθιά εμπνευσμένα από το λεσβιακό περιβάλλον, όπως τα νερά, τα φύκια, τα ελαιόδεντρα, οι αλυκές και επίσης πορτρέτα.Είχε το μικρό του εργαστήρι στο πολύκεντρο του χωριού όπου εμφάνιζε τις φωτογραφίες του.
Έχει οργανώσει εκθέσεις στο Παρίσι, στη Θεσσαλονίκη, στο Μεσολόγγι και στη Σμύρνη. Όμως ποτέ δεν τον ενδιαφέρε να πουλήσει τα έργα του και προτιμούσε να τα χαρίσει. Ήθελε να μάθει για τις ρίζες του, τη διάλεκτο ("ντοπιολαλιά" όπως έλεγε) και έμαθε τα τουρκικά πηγαίνοντας στο πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Έτσι άρχισε να κάνει πολλές σχέσεις και να ενδιαφέρεται για την τούρκικη κουλτούρα.
Κρατήσε την επαφή του με το Παρίσι οπού πήγαινε τακτικά για να δει τη οικογένειά του και για να απολαύσει την πλούσια πολιτιστική ζωή της πόλης. Τα τελευταία του χρόνια ξαναεγκαταστάθηκε στο Παρίσι αλλά δεν έπαψε να περνάει τα καλοκαίρια στο Μανταμάδο. Μετά από μια μάχη με τον καρκίνο, απεβίωσε στο Παρίσι στις 25 Ιουνίου 2024. Οι στάχτες του σκορπίστηκαν στον Αιγαίο που αγαπούσε τόσο πολύ.